Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Ποια ήταν η 28η Οκτωβρίου; Μύθοι και αλήθειες για τα πριν και τα μετά.

Χαρισμένο στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη, για όλα τα υπέροχα που μας μάθαινε στα σεμινάρια των ΑΣΚΙ, τα δευτεριάτικα βράδια ενός χειμώνα.

«Για μιαν ακόμη φορά νικήσανε οι "χίτες", οι κουτσαβάκηδες, οι ταγματασφαλίτες, οι βασανιστές οι μέλλοντες Μιχαλόπουλοι και Κουρήδες... Αυτή είναι η 28η Οκτωβρίου...» Μάνος Χατζιδάκις

Η φράση του Μάνου Χατζιδάκι είναι αυτό που λέμε «αφορισμός» Μια απόλυτη διατύπωση που αποκόπτει μία μεριά της πραγματικότητας, για να την αναδείξει ως κυρίαρχη, αν όχι μοναδική. Και εδώ πράγματι ο Χατζιδάκις καταφέρνει να αναδείξει την κατάληξη της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης του ελληνικού λαού, δηλαδή το μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς, τη Χούντα και τα κατάλοιπα τους ως τις μέρες του και ως τις μέρες μας. Αναδεικνύει επίσης την υποκρισία και το ψεύδος των δημόσιων εκδηλώσεων για την 28η Οκτωβρίου, τους δημόσιους λόγους και τις παρελάσεις, που μάλλον είναι εκδηλώσεις λήθης παρά μνήμης. Άλλωστε, κάθε κρατική στρατηγική για το τι πρέπει να θυμόμαστε συνεπάγεται και μια στρατηγική για το τι πρέπει να ξεχνάμε.

Όμως, η 28η Οκτωβρίου δεν ήταν μόνο αυτά. Ήταν και άλλα τόσα, καλά και άσχημα, άλλα ερευνημένα και ομολογημένα και άλλα που περιμένουν ακόμη το φως να πέσει επάνω τους, ήταν και είναι δηλαδή Ιστορία. Και για αυτήν την Ιστορία αξίζει να πούμε δυο λόγια, να βάλουμε τα πράγματα στη σειρά, να ταξινομούμε διαρκώς τη μνήμη ώστε να μην μαθαίνουμε για το παρελθόν μόνο μέσα από το παρόν, από τις φολκορικές σχολικές γιορτές και από τις ταινίες, για να μην νομίζουμε πως ο Μεταξάς είπε ένα βροντερό «Όχι» στους Ιταλούς, αλλά ούτε και πως απλώς φοβήθηκε την αντίδραση του λαού, πως είχε προετοιμάσει άρτια αμυντικά τη χώρα, πως στον πόλεμο του '40 νίκησε η «ελληνική ψυχή» (γιατί μετά θα πρέπει να δεχτούμε πως η γερμανική «ψυχή», από την οποία νικήθηκε λίγο αργότερα, ήταν μάλλον ισχυρότερη, αλλά στο τέλος έχασε κι αυτή την ψυχική της ισχύ και ηττήθηκε, οπότε... ψυχοσάββατα!) και πως οι συνεργάτες των Ναζί ήταν μόνο ο Μάνος Κατράκης, ο Δήμος Σταρένιος και ο Αρτέμης Μάτσας που τους υποδύονταν στον κινηματογράφο, κατά ειρωνική σύμπτωση, οργανωμένος κομμουνιστής και εξόριστος στη Μακρόνησο ο πρώτος, μέλος του ΕΑΜ ο δεύτερος, με πατέρα νεκρό σε στρατόπεδο συγκέντρωσης ο τρίτος. Ας οργανώσουμε λοιπόν, άλλη μια φορά, το παρελθόν.

Ποιος ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς;

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΕΔΩ

1 σχόλιο:

  1. -...με αφορμή την αναφορά στον Μάνο Κατράκη που, συν τοις άλλοις, είχε αγωνιστεί στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, ας μου επιτραπεί να αναφερθώ (θέλοντας, απλά, αυτό που αποκομίζω από τα όποια μικρά και ταπεινά μου διαβάσματα να το μοιράζομαι και με άλλους ανθρώπους και χάριν της ΜΝΗΜΗΣ περί τα γεγονότα κείνα) σε ένα κουβάρι σχετικών, με το '40, αναμνήσεων/θυμησών του όπως το είχε ξετυλίξει στον Αλέξη Κομνηνό:
    " -Ένας «τυχερός» στρατιώτης-
    Έτσι όπως μου’ρχονται ανάκατες οι αναμνήσεις από τον πόλεμο, θυμάμαι και τούτο το περιστατικό. Μια μέρα με καλεί ο διοικητής μου, ο Κατσόγιαννος, που σου είπα, και μου αναθέτει μια εμπιστευτική αποστολή στα Γιάννινα. Πήγα, τελείωσα τη δουλειά μου και γυρνώντας περνάω από’να αλβανικό χωριό, το Καλοκορατζί, όπου ήτανε το αρχηγείο πυροβολικού. Εκεί υπηρετούσε σαν γραφέας, ο συγχωρεμένος o Άγγελος Τερζάκης, ο φίλος μου. Ο Άγγελος υπηρετούσε κι αυτός σαν στρατιώτης, αλλά λόγω θέσης, ήξερε περισσότερα από μένα. Μου είπε λοιπόν ότι επίκειται ο τερματισμός του πολέμου. Πηγαίνοντας εγώ προς το σύνταγμά μου, έβλεπα μεμονωμένες ομάδες στρατιωτών να γυρίζουν προς τα πίσω, αλλά δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται.
    Μέσα σ' αυτούς που γυρίζανε, λοιπόν, βλέπω κι ένα συστρατιώτη, τον Θόδωρο Τσουμάκο.
    -Βρε Θόδωρε, του λέω, πού πάς;
    -Τί πού πάω; Ήρθε φύλλο πορείας να γυρίσω στην Αθήνα.
    Αυτός, απ'ό,τι άκουσα να λένε στο σύνταγμα, είχε ένα θείο ανώτερο στρατιωτικό και φρόντισε ο άνθρωπος να πάρει τον ανηψιό του πίσω.
    Συνέχισα το δρόμο μου, φτάνω στη μονάδα μου, αναφέρω και το βράδυ τα μαζεύουμε και παίρνουμε κι εμείς το δρόμο του γυρισμού. Δώσαμε και κανα-δυο μάχες και κάποτε φτάνουμε έξω από το Καλπάκι. Σταματήσαμε για να ξεκουραστούν άνθρωποι κι άλογα. Κι εκεί, όπως καθόμουν, βλέπω λίγο μακρύτερα το λάκκο που είχε ανοίξει σκάζοντας κάποια οβίδα. Μέσα στο λάκκο ξεχώριζε κάτι σα σταυρός πρόχειρα φτιαγμένος. Πάω κοντά και πάνω στο σταυρό είχαν γράψει το όνομα: Στρατιώτης Θεόδωρος Τσουμάκος. Αυτός είναι ο πόλεμος. Ποτέ δεν ξέρεις πού, πώς και πότε θα πεθάνεις.

    -Αυτοπροβιβάζομαι σε...αξιωματικό-
    Περάσαμε δύσκολες ώρες γυρίζοντας πίσω. Ο κόσμος φοβισμένος ίσως από το άκουσμα της συνθηκολόγησης κι ότι έρχονται οι στρατιές του Χίτλερ μας αρνιόταν κάθε βοήθεια. Τελικά βρήκα τα διάσημα ενός αξιωματικού, τα κόλλησα στη χλαίνη μου κι όπως ήμουν ψηλός και με γενειάδα παράσταινα τον συνταγματάρχη, για να μας δώσουν λίγο τριφύλλι για τα ζώα κι ένα κομμάτι ψωμί για μας. Γιατί αλλιώς δεν μας δίνανε. Ωστόσο καταφέρανε κάποτε και μας κλέψανε το ένα άλογο. Το άλλο παραλίγο να γίνει αιτία να με σκοτώσουν. Κάπου εκεί στα Τζουμέρκα είμασταν όταν μου συνέβηκε αυτό. Είχα δέσει το ζώο στο κάγκελο ενός παραθύρου και κουβέντιαζα μ'ένα παπά που μας είχε δώσει λίγο ψωμί. Αν ζει ο καημένος, καλή του ώρα. Πάνω,λοιπόν, που κουβεντιάζαμε, βλέπω να μισανοίγει το παράθυρο, να βγαίνει ένα χέρι και να προσπαθεί να μου πάρει την κουβέρτα.
    -Εεε...φωνάζω.
    Με το "εεε" ανοίγει μια μπαλκονόπορτα, το σπίτι ήταν δίπατο, βγαίνει ένας με ένα όπλο και με σημαδεύει. Τρελάθηκα. Δίνω ένα σάλτο, στέκομαι απέναντί του και του φωνάζω: -Βάρα, ρε έλληνα...Γλύτωσα από τον πόλεμο για να με σκοτώσουν τ'αδέλφια μου...
    Από κοντά σαλτάρει κι ο παπάς και του λέει τα δικά του. Ο άλλος δε μίλησε. Μπήκε μέσα.
    Περπατώντας μέρες και μέρες έφτασα κάποτε στο Κηφισοχώρι, έξω από τη Θήβα. Εκεί καβάλησα τον κωλοσούρτη και ήρθα στην Αθήνα." (σελίδες 60,61,,64,65 από το βιβλίο "ΚΑΤΡΑΚΗΣ-η ζωή του μεγάλου καλλιτέχνη όπως την αφηγήθηκε στον Αλέξη Κομνηνό", εκδόσεις "Κάκτος").

    ΑπάντησηΔιαγραφή