Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2013

Όχι στην αστυνομική αντίληψη της πολιτικής και της ιστορίας

Έπειτα από την ανάληψη ευθύνης για τη δολοφονία των δύο χρυσαυγιτών στο Νέο Ηράκλειο, για μια φορά ακόμη οι συντηρητικοί, οι ευρωπαϊστές καθώς και οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής, έσπευσαν ευθέως να μιλήσουν για «αριστερό φασισμό». Από την άλλη, μεγάλο κομμάτι της αριστεράς και του αναρχικού χώρου επιδίδεται στη γνωστή φλυαρία αναφορικά με το κατά πόσο η προκήρυξη είναι «γνήσια» (δεδομένου του θεωρητικού κομφουζιονισμού αυτών που συνέγραψαν το κείμενο), αν συνδέεται ή όχι με το χτύπημα, κάνοντας λόγο για προβοκάτσια, για παρακράτος, για εσωτερική δουλειά που στοχεύει στη συκοφάντηση του (ανύπαρκτου) λαϊκού κινήματος, λέγοντας ότι με αφορμή το περιστατικό αυτό, το κράτος και η αστυνομία θα εντείνουν την καταστολή με σκοπό την πάταξη της «αριστερής ανομίας». Έτσι, και πάλι αυτό που κυριάρχησε είναι η κατάφωρη συνωμοσιολογία και η κατανόηση του πολιτικού πράττειν με το βλέμμα του αστυνόμου, ή οι λίγο πολύ γνωστές φανφάρες περί «άκρων» που επικαλούνται οι τεχνοκράτες, οι συντηρητικοί, οι δυνάμεις του «συνταγματικού τόξου», μια άποψη που, στην πραγματικότητα, αποτελεί την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος (πράγμα που θα εξηγήσω παρακάτω).

Αναμφισβήτητα τούτη η προκήρυξη είναι γεμάτη πολιτικές αντιφάσεις. Πρόκειται για ένα ακόμη κάκιστο κείμενο που επιχειρεί να παντρέψει τον Λενινισμό με τον αριστερό σωβινισμό, την ταξική πάλη με το φαντασιακό της εθνικής κυριαρχίας, το σφυροδρέπανα με την αναρχία, ενώ δεν λείπουν και αναφορές σε τμήμα της αρχαίας Ελληνικής ιστορίας που παραθέτεται συγκριτικά με την τωρινή κατάσταση, κάτι που φανερώνει αν μη τι άλλο θεωρητική ένδεια και ανικανότητα κατανόησης της ιστορίας ως ανθρώπινη δημιουργία βασισμένη σε συγκεκριμένες αξίες οι οποίες δεν μπορούν να δράσουν εκτός του δεδομένου χρονικού πλαισίου που έχουν θεσμιστεί (εφόσον δεν υιοθετούνται φυσικά από πλατιά κοινωνικά στρώματα). Στο κείμενο θα δει κανείς εμφανείς αντιφάσεις, όπως για παράδειγμα η επίκληση σε έναν στρεβλό, κίβδηλο και επικίνδυνο ευρωσκεπτικισμό (σαν αυτόν που επικαλείται ο Βρετανός Nigel Farrage), μια ρομαντικοποίηση του ΕΑΜ και της εθνικής αντίστασης, και ταυτόχρονα μια ρητορική συμπάθειας για τους μετανάστες, μαζί με μια συνοπτική αφήγηση - αλλά δόκιμη και δεκτή – για το μετεμφυλιακό κράτος. Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε σε ολόκληρο το κείμενο συντακτικά, ιστορικά και θεωρητικά λάθη, στρεβλώσεις και λογικά άλματα προκειμένου να καταλήξουμε στο εξής συμπέρασμα: ότι το κείμενο δεν γράφτηκε ούτε από αναρχικό, ούτε από άτομο του αριστερού χώρου, αλλά από ακροδεξιό προβοκάτορα ή ποινικό παραβάτη… Το “ενδεχόμενο” αυτό ενισχύουν οι δύο επιπλέον παράγοντες: α) η προκήρυξη παραδόθηκε στο Zougla.gr, ένα δίκτυο πληροφόρησης που δεν συμπαθεί ιδιαίτερα ούτε ο αναρχικός αλλά ούτε και ο αριστερός χώρος, και β) η είδηση περί ανάληψης ευθύνης έσκασε σαν βόμβα μόλις λίγες ώρες προτού γίνουν οι γνωστές κινητοποιήσεις στο χώρο του Πολυτεχνείου, αναφορικά με την 40η επέτειο της σφαγής.

Μην έχοντας εμείς όμως βάσιμα στοιχεία που να αναιρούν ή να αποδεικνύουν την «αυθεντικότητα» του κειμένου, δεν είναι δυνατόν να καταλήξουμε σε κάποιο θεμελιώδης συμπέρασμα μόνο και μόνο μέσα από θεωρητικές κριτικές. Ως εκ τούτου, η πιθανότητα η συγκεκριμένη προκήρυξη να έχει πραγματικά συνταχθεί από αντιφασίστες παραμένει ανοιχτή, όπως και το ενδεχόμενο να συνδέεται με την ενέργεια της δολοφονίας (ή και το αντίθετο). Τί σημασία έχει για εμάς όμως αυτή την στιγμή κάτι τέτοιο; Όπως είπα και παραπάνω, πολλοί θα πουν ότι η δολοφονία (και κατ’ επέκταση η ανάληψη ευθύνης) ήταν αποτέλεσμα εσωτερικής δουλειάς με σκοπό η Χρυσή Αυγή να αποκτήσει έναν δικό της «Φύσσα» και η κυβέρνηση Σαμαρά να συνεχίσει ακάθεκτη το έργο της, ενισχύοντας την προπαγάνδα των δύο άκρων, τα κατασταλτικά μέτρα και την αστυνομοκρατία. Υπάρχουν, όμως, τρεις βασικοί παράγοντες που αναιρούν την συγκεκριμένη τοποθέτηση:

  1. η περιστολή βασικών μας πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων που έχουν κερδηθεί με το αίμα και τους διωγμούς εκατομμυρίων ανθρώπων συντελείται ούτως ή άλλως. Εξηγώντας περαιτέρω: σε καθημερινή πλέον βάση (και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον Δυτικό κόσμο) γίνονται συζητήσεις αναφορικά με την ανάγκη να ενταθεί η καταστολή εναντίον διαδηλώσεων και να γίνονται όλο και πιο αυστηροί έλεγχοι στα μέσα επικοινωνίας. Ήδη η λογική της επικράτησης της δομικής βίας (κράτος και άγραφοι νόμοι ή νόρμες) ως απάντηση στην προσωπική βία (μεμονωμένες δολοφονίες, και άλλου είδους ποινικά κολάσιμες πράξεις, είτε αυτές χρησιμοποιούνται για “πολιτικούς” σκοπούς είτε όχι) έχει για τα καλά εισχωρήσει στις μάζες, πράγμα που βλέπουμε και στην Μεγάλη Βρετανία όπου οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φανερώνουν ότι πάνω από τους μισούς πολίτες επιθυμούν επαναφορά της θανατικής ποινής για πράξεις τρομοκρατίας και παιδεραστίας, ποσοστό που σκαρφάλωσε στα ύψη έπειτα από τη δολοφονία Βρετανού φαντάρου στο Woolich. (Το γεγονός αυτό επίσης φανερώνει πόσο αναποτελεσματικές είναι όλες αυτές οι ενέργειες που θεωρούν την αφαίρεση της ζωής ενός πολιτικού “εχθρού” ως μια μέθοδο πίεσης στην βαρβαρότητα της θεσμισμένης ολιγαρχίας). Το πόσο επικίνδυνο είναι κάτι τέτοιο ας το αναλογιστεί ο καθένας μόνος του (τί θα μπορούσε στο άμεσο μέλλον να χαρακτηριστεί ως τρομοκρατία, δεδομένου ότι η έννοια αυτή εισάγεται ως φίμωτρο για κάθε πράξη που εναντιώνεται στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές).
  2. Η Χρυσή Αυγή δεν έχει ανάγκη ούτε από ήρωες ούτε από θύτες. Το ποσοστό του πληθυσμού που στράφηκε προς αυτήν γνώριζε εξ αρχής πολύ καλά ότι πρόκειται για μια συμμορία τραμπούκων, που συνεχώς μαχαιρώνει μετανάστες και άτομα που διαφωνούν με τις παραληρητικές απόψεις των μελών της. Οι ψηφοφόροι που θεωρούν την φασιστική αποκτήνωση ως μια εναλλακτική στα πολιτικά αδιέξοδα του τόπου δεν θα απογοητευτούν ξαφνικά στο άκουσμα της δολοφονίας ενός μετανάστη ή του Παύλου Φύσσα. Διότι πολύ απλά θεωρούν την βία ως αυτοσκοπό, ως μέθοδο τιμωρίας και τρομοκράτησης όλων όσων οι ίδιοι θεωρούν «εχθρούς του έθνους» (οποιοιδήποτε και αν είναι αυτοί). Όπως, άλλωστε, είπα και σε παλαιότερη ανάρτηση (βλ The fascist threat beyond Golden Dawn παράγραφος 3), το γεγονός ότι τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής παρουσίαζαν πτώση για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, έπειτα από τα γεγονότα της 18η Σεπτεμβρίου τα οποία ως ένα βαθμό λειτούργησαν αφυπνιστικά για κάποιους ψηφοφόρους της (ας μην αποκλείουμε απερίφραστα αυτόν τον παράγοντα) ένα μεγάλο ποσοστό αυτών ενδέχεται να μην επιθυμεί να εκφράσει ανοιχτά την υποστήριξή του στο κόμμα/συμμορία για διάφορους λόγους (πιθανότατα από ντροπή κατόπιν του διασυρμού που υπέστη η ηγεσία της, ως ποινικοί εγκληματίες)
  3. .Αν φτάσουμε στο σημείο να πούμε ότι αυτή η δολοφονία στο Νέο Ηράκλειο είναι μια βρώμικη και προβοκατόρικη συνωμοσία (όπως η περίπτωση της Piazza Fontana στην Ιταλία και Caso Scala στην Ισπανία αντίστοιχα) αυτό μπορεί να αποκαλυφθεί μετά από αρκετά χρόνια (ίσως και δεκαετίες). Όμως, ο δικαστικός και ο πολιτικός χρόνος δεν είναι δυο ταυτόσημα πράγματα, και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξισωθούν. Δεν είναι συνεπώς μεμπτό να προσπαθούμε κάτω από αυτές τις συνθήκες να κρίνουμε ένα εν γένει πολιτικό γεγονός με βάση την λογική του αστυνομικού. Διότι όσο ο πολιτικός χρόνος τρέχει τόσο εμείς καλούμαστε να βρούμε απαντήσεις αναφορικά με την κοινωνική καταστροφή που βιώνουμε (πλέον σε όλα τα επίπεδο, όχι μονάχα στην οικονομία), να δράσουμε συλλογικά και αλληλέγγυα και να διεκδικήσουμε δίχως χρονοτριβές και καθυστερήσεις.

Δικό μας ζητούμενο λοιπόν είναι να δώσουμε το βάρος και την ποιότητα που πιστεύουμε ότι αρμόζει σε κάθε επαναστατική διαδικασία και όχι να μιμούμαστε τον Χίτσκοκ προσπαθώντας να βρούμε μια μαύρη γάτα μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο (δίχως καν να γνωρίζουμε αν πραγματικά υπάρχει γάτα), αναπαράγοντας εικασίες και αοριστολογίες. Διότι, είτε πρόκειται για εσωτερική δουλειά καλά οργανωμένη, είτε για υπαρκτή ένοπλη οργάνωση η ουσία παραμένει ίδια: υπάρχουν άτομα που θα υποστηρίξουν την θανάτωση του πολιτικού τους αντιπάλου, που αντί για τη διαβούλευση και την συνεύρεση θα προτιμήσουν τις τρυπημένες από σφαίρες σάρκες. Δεδομένου ότι τέτοιου είδους τάσεις υφίστανται καί στην αριστερά αλλά καί στον αναρχικό χώρο, αυτό που επείγει τη συγκεκριμένη στιγμή είναι να κατανοήσουμε βαθιά πρώτα απ’ όλα ότι το χτύπημα αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο παρά το αποτέλεσμα μιας ολόκληρης λογικής που το συνέχει, μια “λογική”-παγίδα που εδώ και χρόνια επιχειρεί να στήσει η ακροδεξιά, από την εποχή του ΛΑ.Ο.Σ. (με τωρινή εμπροσθοφυλακή της την Χ.Α.), ξεθάβοντας το τσεκούρι του εμφυλίου. Έχοντας πέσει σε τούτη την φάκα ολόκληρος ο αντιφασιστικός χώρος αναπαράγει εύκολα τα σχηματάκια της κρεμάλας και της διολίσθηση στο επίπεδο του μύθου του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ (πράγμα που δίνει το καλύτερο άλλοθι στους Σαμαρικούς να ξεκινήσουν να μιλάνε για «δύο άκρα»). Επιπλέον, όλη αυτή η επίκληση στον τσαρλατανικό αβανγκαρντισμό του αντάρτικου που αναζητά λύσεις με Καλάσνικοφ και εκτελέσεις συνιστά όχι μόνο μια αγκύλωση στη λογική της γραφειοκρατίας αλλά και καθαρό δείγμα της έλλειψης πολιτικής σκέψης και φαντασίας.

Η κριτική αυτή στις “πολιτικές” δολοφονίες δεν θα πρέπει να γίνεται κάτω από το πρίσμα του γνωστού συντηρητικού (π)ηθικισμού. Αλλά αντιθέτως, θα πρέπει να δούμε την ύπαρξη όλων αυτών των αυτόκλητων επαναστατών ως την παρακμή των προσπαθειών για την δημιουργία ενός πραγματικά δημοκρατικού κινήματος που σκοπός του δεν είναι η φυσική εξόντωση των φασιστών, των μπάτσων και των αστών αλλά η μεταστροφή τους, πάντα μέσα στα πλαίσια του ευρύτερου κοινωνικού μετασχηματισμού. Διότι η άνοδος της Χρυσής Αυγής και η λουμπενοποίηση της πολιτικής σφαίρας δεν είναι κάτι ξεκομμένο από την γενικότερη εξέλιξη της Ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία χρόνια. Και πώς μπορεί να αποκοπεί η άνοδός της δίχως να έρθουμε σε επαφή με την κοινωνία; Αυτός είναι ο ρόλος του δημοκρατικού κινήματος: να προσπαθήσει, μέσω του αντιφασισμού του να δημιουργήσει μια νέα πραγματικότητα αλληλεγγύης και συνεργασίας. Το να επιθυμούμε το θάνατο των ψηφοφόρων της Χρυσής Αυγής είναι απλώς δείγμα της ήττας μας, μια εκλογίκευση του γεγονότος ότι δεν έχουμε καταφέρει να βγούμε από το καβούκι μας. Το να περιμένουμε από την άλλη λύσεις μέσω του ΣΥ.ΡΙΖ.Α είτε με το να υπακούμε πιστά τις εντολές των «σοβαρών» της ΝΔ και των τεχνοκρατών της δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια απατηλή ψευδαίσθηση. Διότι και οι δύο (αλλά και όλες οι κοινοβουλευτικές) δυνάμεις επενδύουν σε ένα διττό στοιχείο, ανασταλτικό ωστόσο για την ανάπτυξη δημοκρατικών κινημάτων: τον λαϊκισμό και την αστυνομικού τύπου κατανόηση της πολιτικής και της ιστορίας, κάτι που αποτελεί πεμπτουσία του φασισμού (τουλάχιστον αυτό μας διδάσκει η ιστορία του μεσοπολέμου). Ο μεν ΣΥ.ΡΙΖ.Α τάζει επιστροφή στις προ-μνημονιακές δόξες λέγοντας – ίσως άθελά του – αυτά που πραγματικά θέλουν οι ψηφοφόροι του να ακούσουν, ενώ η ΝΔ από την άλλη, κάτω από τον μανδύα της υπευθυνότητας ψευδο-επιστημονισμού και ενός δήθεν αντι-φασισμού (που μόνο αντι-φασισμός δεν είναι), με ύπουλο τρόπο επενδύει όχι στην ελπίδα αλλά στον φόβο (πως αν δεν ακολουθήσετε τις συνταγές μας η πλήρης καταστροφή θα έρθει). Τέλος η Χ.Α. χειραγωγεί με βάση την οργή και την αγανάκτηση, παράγοντες που επιτρέπουν ταυτόχρονα την καλλιέργεια μιας ιστορικής λήθης και γενικευμένης πολιτικής αμνησίας του τύπου δεν με ενδιαφέρει αν ο Παπαδόπουλος έστειλε στην εξορία αντιπάλους του, με ενδιαφέρει όμως η τιμωρία των προδοτών και δοσίλογων των τοκογλύφων, ή αυτή η γενιά του Πολυτεχνείου μας οδήγησε στην εξαθλίωση και την ταπείνωση και συνεπώς της αξίζει μια άνευ προηγουμένου τιμωρία. Πρόκειται για το γνωστό affectus φαινόμενο («συναισθηματική επήρεια») που θα έλεγε και ο Σπινόζα, με βάση το οποίο γίνεται χρήση των συναισθημάτων (όπως ο φόβος, η χαρά, η λύπη, η ελπίδα) – της κεντρικής ουσίας δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης που ο Φρόιντ ονόμαζε ψυχή – με στόχο τον επηρεασμό (δηλαδή τη δημαγωγία στη συγκεκριμένη περίπτωση).

Κλείνοντας την παραπάνω φιλοσοφική (αλλά βασική παρένθεση) η μόνη λύση για εμάς κάτω από τις δεδομένες συνθήκες δεν είναι ούτε το κοινοβούλιο αλλά ούτε και οι εκτελέσεις. Ο φασισμός, ο αυταρχισμός, οι νεοφιλελεύθερες ολιγαρχίες, όλα αυτά θα συντριβούν μονάχα μέσα από την πλατιά κοινωνική κινητοποίηση, μέσα από τα αμεσοδημοκρατικά συμβούλια εργαζομένων, τις ανοιχτές συνελεύσεις γειτονιών και πλατειών ή τους αυτο-διαχειριζόμενους χώρους. Έτσι μαζί τους θα ηττηθούν και οι ένοπλες πρωτοπορίες, μέσα στο κλίμα της διαφάνειας και αλληλεγγύης που αχρηστεύει κάθε τάση μυστικοπάθειας, μέσω της δημιουργίας αντιδομών και της διεκδίκηση μιας πραγματικά ποιοτικής ζωής, όπου δεν θα κυριαρχεί ο φόβος αλλά η φιλία (μια από τις βασικότερες προϋποθέσεις για την ευδαιμονία του ανθρώπου και του πολιτικού σώματος με βάση τον Αριστοτέλη, βλ στα Πολιτικά), η διαβούλευση και ο λόγος. Αυτή είναι η πραγματική δημοκρατία και όχι η σημερινή φιλελεύθερη ολιγαρχία. Η δημοκρατία όμως είναι μια έννοια ασυμβίβαστη με τον φασισμό, τον (ένοπλο και μή) αβανγκαρντισμό και την ύβρη που αυτά συνεπάγονται.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου