Σάββατο, 15 Ιουνίου 2013

Οι Μουσουλμάνοι μετανάστες δεν καταλαμβάνουν την Ευρώπη και η πολυπολιτισμικότητα δεν είναι επικίνδυνη

Ανεργία και άνοδος της ακροδεξιάς: Μία σχέση ιστορικά αδιάσπαστη

Οι δολοφονίες στη Νορβηγία δείχνουν ότι ο μύθος της Ισλαμοποίησης της Ευρώπης είναι μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία από την Αλ Καΐντα

Ο μύθος ότι οι Μουσουλμάνοι μετανάστες καταλαμβάνουν την Ευρώπη και ότι η πολυπολιτισμικότητα είναι επικίνδυνη αποτέλεσαν αιτίες για τις δολοφονίες στη Νορβηγία. Όπως και τη δεκαετία του 1930, οι πραγματικές απειλές για τη δημοκρατία είναι το παράλογο μίσος εναντίον μειονοτήτων και η μαζική ανεργία, η οποία το εντείνει.

Ένας επικίνδυνος μύθος, ο οποίος εξαπλώνεται από τη βρετανική, την ευρωπαϊκή και την αμερικάνικη ακροδεξιά είναι ότι οι Μουσουλμάνοι ετοιμάζονται να καταλάβουν την Ευρώπη μέσω της μετανάστευσης και των υψηλών ποσοστών γεννήσεων, τα οποία θα έχουν ως αποτέλεσμα να υπερισχύσουν πληθυσμιακά των μη-μουσουλμάνων και να επιβάλουν το νόμο της Σαρία σε όλους μας. Ο Νορβηγός Άντερς Μπέχρινγκ Μπρέιβικ, ο οποίος πυροβόλησε δεκάδες εφήβων, είναι ένας από εκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι αντιτίθενται στην «πολυπολιτισμικότητα» και την «Ισλαμική κατάληψη της Ευρώπης» ή «Ισλαμοποίηση». Υποστηρίζει ότι επιτέθηκε στο Νορβηγικό εργατικό κόμμα γιατί τους θεωρεί «προδότες» που επιτρέπουν τη μετανάστευση. Οι μύθοι αυτοί εξαπλώνονται, όχι μόνο από την ακροδεξιά, αλλά και από αρθρογράφους σε εφημερίδες και περιοδικά κεντρώων πολιτικών ιδεολογιών. Οι ιδέες αυτές αναμασώνται από μέλη κομμάτων της κεντροδεξιάς και της κεντροαριστεράς με σκοπό να αποσπάσουν εύκολους ψήφους.

Οι πεποιθήσεις αυτές αποτελούν μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία στη Βρετανία και την Ευρώπη απ’ότι ο Ισλαμικός εξτρεμισμός λόγω του ότι υποστηρίζονται από μεγαλύτερη και ταχύτερα αυξανόμενη μερίδα του πληθυσμού. Ως αποτέλεσμα η ακροδεξιά έχει επωφεληθεί εκλογικά, ενώ οι κεντρικές πολιτικές παρατάξεις έχουν υιοθετήσει κάποιες από τις πολιτικές και τη ρητορική τους, προσελκύοντας έτσι νέους υποστηρικτές. Οι λανθασμένες αυτές αντιλήψεις έχουν αυξηθεί κατά τη διάρκεια της παρούσας οικονομικής κρίσης λόγω του ότι τόσο οι κυβερνήσεις, όσο και οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ αναζητούν αποδιοπομπαίους τράγους έτσι ώστε να αποφύγουν το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί, έτσι ακριβώς όπως συνέβη και με αντίστοιχους μύθους μίσους απέναντι στους Εβραίους, τους τσιγγάνους και τους μετανάστες, κατά τη Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση του 1930. Στην ουσία οι προκαταλήψεις δεν έχουν καταλυθεί, απλώς έχουν μετατοπιστεί.

Τα βασικά δεδομένα της μετανάστευσης και των ποσοστών γεννήσεων των Μουσουλμάνων σε σχέση με τους μη-Μουσουλμάνους στην Ευρώπη

Ενώ λίγοι είναι οι Μουσουλμάνοι εξτρεμιστές, οι οποίοι έχουν θίξει το θέμα της επικράτησής τους σε αριθμούς μέσω των υψηλών ποσοστών γεννήσεων, τα δεδομένα και η έρευνα δείχνουν ότι η θεωρία της επικράτησης των Μουσουλμάνων θα ήταν αστεία αν δεν ήταν τόσο ευρέως θεωρούμενη ως επικίνδυνη. Βάση έρευνας του Ερευνητικού Κέντρου Pew (Pew Research Centre) στις ΗΠΑ, μεταξύ του 1990 και του 2010, ο Μουσουλμανικός πληθυσμός αυξήθηκε από 26 σε 41 εκατομμύρια (σε ολόκληρη την Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένων των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης που είναι εκτός ΕΕ – π.χ. Βοσνία, Αλβανία και Κόσσοβο). Εντούτοις, δεδομένου ότι πρόκειται για μία μικρή μειονότητα ολόκληρου του πληθυσμού και πολλοί μετανάστες δεν είναι Μουσουλμάνοι η αύξηση ήταν από 4,1% του πληθυσμού της Ευρώπης σε 6%.

Βάση της έρευνας αυτής, τα ποσοστά γεννήσεων των μουσουλμάνων παγκοσμίως πέφτουν, ενώ στην ΕΕ πέφτουν εδώ και 30 χρόνια και δεν υπάρχει καμία απολύτως προοπτική για τους Μουσουλμάνους να γίνουν πλειονότητα στην ΕΕ. Οι Μουσουλμάνοι αποτελούν επίσης μειονότητα και ως μετανάστες, με μόνο 28% των μεταναστών στο Ηνωμένο Βασίλειο το 2010 να είναι Μουσουλμάνοι και αντίστοιχα μόνο το 13% στην Ισπανία – με το μέσο ρυθμό για τα 14 Κράτη Μέλη που αναφέρονται στην έκθεση να απαρτίζουν το 28% των μεταναστών. Η μοναδική χώρα με περισσότερους Μουσουλμάνους μετανάστες απ’ότι μη-Μουσουλμάνους είναι η Γαλλία, με ποσοστό 68,5%, λόγω των δεσμών της με τις πρώην Βορειοαφρικανικές αποικίες του Μαρόκο και της Αλγερίας.

Παρά τους μύθους, οι μοναδικές χώρες από τις οποίες έρχονται ανεξέλεγκτα μετανάστες σε χώρες της ΕΕ είναι τα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ και η ελεύθερη αυτή μετανάστευση αφορά μόνο πολίτες της ΕΕ, όχι αιτούντες πολιτικό άσυλο ή οικονομικούς μετανάστες εκτός ΕΕ. Μάλιστα, η μεταναστευτική πολιτική της ΕΕ για μετανάστες που προέρχονται εκτός της ΕΕ έχει γίνει αυστηρότερη τα τελευταία χρόνια, λόγω ευρωπαϊκών συμφωνιών και συμβάσεων που έχουν τεθεί σε ισχύ.

Ως αποτέλεσμα, ένα μεγάλο ποσοστό των μεταναστών προς χώρες της ΕΕ προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και σε κανένα από αυτά δεν αποτελεί πλειονότητα ο πληθυσμός των Μουσουλμάνων. Η μη-Μουσουλμανική πλειονότητα των μεταναστών εκτός της ΕΕ και από φτωχότερες προς πλουσιότερες χώρες της ΕΕ εμφανίζει υψηλά ποσοστά γεννήσεων, όπως ακριβώς και η Μουσουλμανική μειονότητα των μεταναστών εκτός της ΕΕ.

Επιπλέον, όπως δείχνουν έρευνες στην Ευρώπη, τα παιδιά των Μουσουλμάνων μεταναστών έχουν λιγότερα παιδιά απ’ότι είχαν οι γονείς τους, πράγμα το οποίο υποδεικνύει ότι από τη δεύτερη γενιά μεταναστών, τα επίπεδα γεννήσεων για τους Μουσουλμάνους πλησιάζουν τα επίπεδα των μη-μουσουλμανικών τοπικών πληθυσμών.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι Μουσουλμάνοι δεν είναι ακραίοι φονταμενταλιστές

Και ύστερα έχουμε τη λανθασμένη υπόθεση ότι οι περισσότεροι Μουσουλμάνοι που ζουν και μεταναστεύουν στην Ευρώπη είναι ακραίοι φονταμενταλιστές που πιστεύουν στους Ταλιμπάν ή τη Σαουδαραβική έκδοση της Σαρίας και ταυτίζονται με την Αλ Καΐντα, βάσει εκδηλώσεων μίας χούφτας εξτρεμιστών. Στην πραγματικότητα, ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι Μουσουλμάνοι είναι περισσότερο θρησκευόμενοι απ΄ότι ο μέσος όρος, μία δημοσκόπηση για τους Βρετανούς Μουσουλμάνους το 2006 έδειξε ότι περισσότεροι ήταν αντίθετοι στο Νόμο της Σαρία (41%) απ’ότι υπέρ του (40%).

Επιπλέον, υπάρχουν πολλές ερμηνείες για το Νόμο της Σαρία, με αρκετές διαφοροποιήσεις να προέρχονται ακόμα και από αφοσιωμένους Μουσουλμάνους. Κάποιες από τις πιο φιλελεύθερες ερμηνείες από Μουσουλμάνους λογίους υποστηρίζουν ότι το «ιτζιτιχάντ» (ερμηνευτική λογική) μπορεί να χρησιμοποιηθεί από Μουσουλμάνους για να αποφασίσουν πως θα εφαρμόσουν τις Ισλαμικές αρχές στην παρούσα χρονική περίοδο ανάλογα με την περίπτωση.

Η δημοσκόπηση του 2006 έδειξε ότι 99% των Βρετανών Μουσουλμάνων χαρακτήρισαν τις βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο ως «κτηνωδία».

Ακόμα και στην απίθανη περίπτωση κάποια από τις χώρες της ΕΕ να έχει κάποια στιγμή πλειοψηφία Μουσουλμάνων, είναι πιθανό αυτή να μην εφαρμόζει το Νόμο της Σαρία ούτως ή άλλως. Καμία από τις ευρωπαϊκές χώρες με μουσουλμανική πλειοψηφία, όπως είναι η Βοσνία, το Κόσσοβο και η Αλβανία εφαρμόζουν το Νόμο της Σαρία. Το ίδιο ισχύει και για την Τουρκία με μία Ισλαμική παράταξη να είναι στην κυβέρνηση για παραπάνω από μία δεκαετία.

Ακόμα και αν η Τουρκία γινόταν Κράτος Μέλος της ΕΕ (που είναι αμφίβολο), οι περισσότεροι Τούρκοι Μουσουλμάνοι βρίσκονται πολύ μακριά απ’το να χαρακτηριστούν φονταμενταλιστές, πίνοντας αλκοολούχα ποτά, κόβοντας ή ξυρίζοντας τις τρίχες του προσώπου τους και τρώγοντας χοιρινό, για παράδειγμα.

Οι μετανάστες επηρεάζονται από τις κοινωνίες στις οποίες μεταναστεύουν, αλλά και τις επηρεάζουν – Τα σημερινά φαινόμενα μετανάστευσης δεν αποτελούν καινοτομία ιστορικά

Μία ακόμα αβάσιμη υπόθεση είναι ότι οι Μουσουλμάνοι μετανάστες και οι απόγονοί τους, όλοι θα παραμείνουν αφοσιωμένοι Μουσουλμάνοι και δε θα παντρευτούν ή επηρεαστούν από τη μη-Μουσουλμανική πλειοψηφία, η οποία τους περιστοιχίζει. Αυτό είναι ιδιαίτερα απίθανο, βάση παρατηρήσεων παρελθόντων κυμάτων μετανάστευσης, όπως ήταν για παράδειγμα το Ιρλανδικό κύμα μετανάστευσης στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τον 17ο και τον 20ο αιώνα (συχνά συνοδευόμενες από υστερία από πολλούς Προτεστάντες σχετικά με το πώς κάτι τέτοιο θα επέτρεπε μία Καθολική κατάληψη, με τον Καθολικισμό να επιβάλλεται σε όλους τους υπόλοιπους μέσω της Ιρλανδικής μετανάστευσης και τα υψηλά ποσοστά γεννήσεων). Εντούτοις, οι επόμενες γενεές έτειναν να είναι λιγότερα θρησκευόμενες και να έχουν μικρότερες οικογένειες, καθώς το μορφωτικό τους επίπεδο και τα εισοδήματά τους αυξάνονταν, όπως και η επαφή τους με μη-Καθολικούς.

Συνεπώς δεν υπάρχει λόγος να πιστεύει κανείς ότι η μετανάστευση Μουσουλμάνων στην Ευρώπη θα καταστρέψει την κοινωνία και θα κλονίσει τοπικά ήθη και έθιμα περισσότερο απ’ότι έγινε με οποιοδήποτε άλλο κύμα μετανάστευσης. Πολλά από αυτά τα κύματα μετανάστευσης περιλάμβαναν βίαιες ληστείες, φόνους, βιασμούς και ότι άλλο συνεπάγεται με πόλεμο και εισβολή από ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας και θρησκείας (για παράδειγμα οι Κέλτες, οι Ρωμαίοι και οι Σάξονες, όλοι λάτρευαν διαφορετικές θεότητες και είχαν διαφορετικές κουλτούρες και γλώσσες – ενώ και οι Νορμανδοί και οι Βίκινγκ είχαν διαφορετικές γλώσσες και κουλτούρες σε σχέση με τους Αγγλο-Σάξονες). Τα παρόντα κύματα μετανάστευσης δεν είναι βίαια και ελέγχονται από τις κυβερνήσεις της ΕΕ – το μεγαλύτερο μέρος της βίας που παρατηρείται προέρχεται από αξιωματούχους και φύλακες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στις εξαναγκαστικές απελάσεις.

Οι αριθμοί των μεταναστών είναι σίγουρα μεγαλύτεροι σε σχέση με το παρελθόν, λόγω της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού και τα ποσοστά γεννήσεων, καθώς και τα μοντέρνα μέσα μεταφοράς. Εντούτοις, ο έλεγχος που επιτρέπει η πρόοδος της τεχνολογίας και της κρατικής οργάνωσης σε ότι αφορά τη μετανάστευση, καθώς και η πτώση του ρυθμού νέων γεννήσεων της τελευταίας δεκαετίας, επιβάλουν νέους περιορισμούς.

Ο πραγματικός κίνδυνος είναι αφενός η πιθανότητα εισόδου της ακροδεξιάς στις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών κρατών και πάλι με τη βοήθεια της καλλιέργειας ενός παράλογου μίσους απέναντι σε όλους τους Μουσουλμάνους και μετανάστες και ως αποτέλεσμα της αγανάκτησης που επιβάλει η μαζική ανεργία, η φτώχια και οι πολιτικές λιτότητας και αφετέρου η πιθανότητα υιοθέτησης ακροδεξιών πολιτικών από τις κεντρώες παρατάξεις, ώστε να παραμείνουν στην εξουσία (όπως ήδη παρατηρείται). Εναλλακτικά, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν και να καταπολεμήσουν την πραγματική αιτία του προβλήματος – την ανεργία.

Μία παγκόσμια εξτρεμιστική ιδεολογία με πολύ περισσότερους υποστηρικτές από την Αλ Καΐντα – υποστηρικτές μάλιστα με μεγαλύτερη επιρροή

Η ιδεολογία του Νορβηγού, Μπρεϊβικ (Breivik), που διέπραξε μαζική δολοφονία, αποτελεί μέρος ενός αναπτυσσόμενου παγκόσμιου εξτρεμιστικού κινήματος με πολύ περισσότερους υποστηρικτές από όσους η Αλ Καΐντα είχε ποτέ και συγκρίσιμους σε αριθμό με τα κινήματα του αντί-Σημιτισμού και του φασισμού κατά τη διάρκεια της Παγκόσμιας Οικονομικής Ύφεσης του 30’.

Μία μεγάλη μειονότητα ευρωπαίων και αμερικάνων πολιτικών και εκδοτών εφημερίδας, υποστηρίζουν ότι ενώ οι πράξεις του Μπρέιβικ ήταν παράλογες, οι πεποιθήσεις στις οποίες βασίστηκαν έχουν κάποια λογική. Για παράδειγμα, ο Φρανσέσκο Σπερόνι, επικεφαλής του Ιταλικού Βόρειου Συνασπισμού στην Ιταλική Βουλή και πρώην υπουργός μίας από τις κυβερνήσεις συνασπισμού του Μπερλουσκόνι, δήλωσε ότι «οι ιδέες του Μπρέιβικ αποτελούν υπεράσπιση του δυτικού πολιτισμού». Ο Σπερόνι είναι υποστηρικτής της Οριάνα Φαλάτσι, της ιταλίδας δημοσιογράφου και συγγραφέα, η οποία έκανε δημοφιλή την υποτιθέμενη απειλή της «Ευραραβίας» ( Ισλαμοποίηση και Αραβοποίηση της Ευρώπης).

Ο απόηχος της καταδίκης του Μπρέιβικ για την πολυπολιτισμικότητα και την υποτιθέμενη «Ισλαμοποίηση της Ευρώπης» εμφανίζεται σε πολυάριθμα άρθρα από δεξιούς αμερικάνους σχολιαστές, όπως ο Ντάνιελ Πάιπς στις ΗΠΑ και η πρώην αρθρογράφος της εφημερίδας Daily Mail, Μέλανι Φίλιπς, στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Μπρέιβικ παρέθεσε ένα ολόκληρο άρθρο της Φίλιπς από την εφημερίδα Daily Mail το 2009 στο μανιφέστο του. Στο άρθρο αυτό, η Φίλιπς υποστηρίζει ότι το Βρετανικό Εργατικό Κόμμα της κυβέρνησης επέτρεψε την απεριόριστη μετανάστευση (λανθασμένα – υπήρχαν για παράδειγμα πολλές απελάσεις μαύρων Zιμπαμπουανών πίσω στα βασανιστήρια ή στο θάνατο στα χέρια του Μουγκάμπε, όπως έκαναν και οι Συντηρητικοί) και ότι το Εργατικό Κόμμα το είχε πράξει αυτό με σκοπό να καταστρέψει τη βρετανική κοινωνία και να επωφεληθεί από τις ψήφους των μεταναστών.

Το 2002 η Φίλιπς έγραψε «η πολυπολιτισμικότητα βασίζεται στην ιδέα ότι κάθε πίστη είναι ίση με τις άλλες, αλλά αν ο ταπεινωμένος Χριστιανισμός δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του ως πνευματικό πάστορα της κουλτούρας, τότε το Ισλάμ θα καλύψει το κενό» και «το ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσουν οι υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας είναι: είμαστε μία δυτική κουλτούρα ή καλούμαστε να γίνουμε κάτι άλλο; Αν ισχύει το δεύτερο, τότε ποιος αποφασίζει να καταστρέψει την εθνική μας ταυτότητα; Γιατί αν δεχτούμε αρκετούς ανθρώπους που αρνούνται να ενστερνιστούν τις δυτικές αξίες, το σύστημα αυτό αξιών δε θα επιβιώσει». Η Φίλιπς έχει εκφραστεί με παρόμοια οξύτητα επανειλημμένως τόσο στην ιστοσελίδα της, όσο και στο βιβλίο της, σχετικά με το πώς οι Μουσουλμάνοι και οι μετανάστες παίρνουν τον έλεγχο, λόγω του ότι «η πολιτική ορθότητα έχει τρελαθεί».

Ο Μπρέιβικ επίσης μίλησε διαδικτυακά σχετικά με τις σχέσεις του με την ακροδεξιά κίνηση English Defence League (EDL), η οποία επίσης είναι ενάντια στην «Ισλαμοποίηση» και την «πολυπολιτισμικότητα» – και βάση διαδικτυακών αναρτήσεων από μέλη της EDL έχει μιλήσει δημόσια και έχει διαδηλώσει μαζί τους στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο ρόλος της ρεπουμπλικάνας Πάμελα Γκέλερ (Pamela Geller) του κινήματος Tea Party στη διάδοση αντί-Ισλαμικού μίσους και αντίθεσης στην επικράτηση μίας πολυπολιτισμικής κοινωνίας στη Νορβηγία είναι τόσο σημαντικός που θα πρέπει να αναφερθεί ξεχωριστά και θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο Μπρέιβικ συχνά έκανε διαδικτυακές αναρτήσεις στον ιστοχώρο της Γκέλερ και παρακολουθούσε τις αναρτήσεις της (συμπεριλαμβανόμενης εκείνης που υποστήριζε ότι όλοι οι βιασμοί στη Νορβηγία τα τελευταία 5 χρόνια διαπράχθηκαν από Μουσουλμάνους). Η Γκέλερ μάλιστα διοργάνωνε εκστρατείες ενάντια στην «Ισλαμοποίηση» και την «πολυπολιτισμικότητα» στη Νορβηγία. Η Γκέλερ επίσης κατηγορεί την πολιτική «Euro-Med» για την «υποκίνηση» του Μπρέιβικ.

Η υιοθεσία ακροδεξιάς ρητορικής και πολιτικών από δημοφιλείς παρατάξεις της κυβέρνησης που ενδυναμώνουν την ακροδεξιά

Ο πρόεδρος Σαρκοζί έδωσε εντολή για μαζικές απελάσεις τσιγγάνων, πολιτών της ΕΕ και γεννημένων στην ΕΕ, από τη Γαλλία, σκεπτόμενος ότι έτσι δεν θα έχανε ψήφους από την παράταξη Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο. Οι Ναζί και οι συνεργάτες τους της κυβέρνησης Vichy (κυβέρνηση συνεργασίας με τους Γερμανούς κατά τον Β’ παγκόσμιο) έστελναν τσιγγάνους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης μαζί με εβραίους.

Κατά τη διάρκεια πρόσφατων δημοτικών εκλογών στο Μιλάνο και στη Νάπολη, ο Μπερλουσκόνι κι άλλοι υποψήφιοι τοποθετήθηκαν ενάντια στους μετανάστες (ειδικά τους Μουσουλμάνους) και υπέρ της κατάργησης των καταυλισμών των τσιγγάνων, ενώ το βασικό μοτίβο της καμπάνιας τους ήταν η επιείκεια και με τους δύο. Ο ευνοούμενος υποψήφιος του Μπερλουσκόνι στο Μιλάνο έχασε, αλλά η αγγλική εφημερίδα Guardian ανέφερε ότι η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε από τον πρωθυπουργό και όχι από κάποιον περιθωριοποιημένο μανιακό νεοφασίστα, είχε βαθύ αντίκτυπο και θα είναι δύσκολο να επανέλθει η ιταλική πολιτική γλώσσα πίσω σε αποδεκτά ευρωπαϊκά επίπεδα.

Κάποια προβλήματα εγκληματικότητας που σχετίζονται με τσιγγάνους είναι υπαρκτά, όπως ακριβώς συμβαίνει με μερικούς ακραίους φονταμενταλιστές και ένα περιορισμένο αριθμό Μουσουλμάνων τρομοκρατών, αλλά κάτι τέτοιο δε δικαιολογεί την προκατάληψη ενάντια σε όλους τους τσιγγάνους ή Μουσουλμάνους, όπως ακριβώς δεν είναι αποδεκτό να κατηγορηθούν όλοι οι λευκοί, Χριστιανοί, Ευρωπαίοι για τις πράξεις του Μπρέιβικ. Πρόκειται για προκατάληψη και πολιτικό μίσος.

Ο αντισημιτισμός – το μίσος για τους Εβραίους ήταν ευρέως διαδεδομένος και κοινωνικά αποδεκτός στην Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, τις ΗΠΑ και τον Καναδά κατά τη δεκαετία του ’30 και ακόμα και κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, ακριβώς όπως η προκατάληψη ενάντια στους Μουσουλμάνους και τους μετανάστες είναι σήμερα. Η αντιμετώπιση αυτή τόσο για τους Εβραίους, όσο και για τους τσιγγάνους συνεχίστηκε μέχρι την αποκάλυψη του Ολοκαυτώματος, μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Από το σημείο αυτό και πέρα το μίσος για τις μειονότητες αφορούσε μόνο τις ακροδεξιές ομάδες και όχι την αριστερά, με τους κομμουνιστές στο Λονδίνο να μάχονται ενάντια στους αντισημίτες που φορούσαν μαύρα και είχαν ως πρότυπα τους Ναζί. Παρά το ότι ως ένα βαθμό ο αντισημιτισμός παραμένει, το μίσος για τους Μουσουλμάνους και τους μετανάστες έχει γίνει πολύ πιο διαδεδομένο.

Οι κυβερνήσεις που υποστηρίζουν ότι «η πολυπολιτισμικότητα απέτυχε» ενισχύοντας έτσι την ακροδεξιά

Η Συντηρητική παράταξη του Ηνωμένου Βασιλείου, συμπεριλαμβανομένου του πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον, τείνει προς ακροδεξιές αντιλήψεις, υποστηρίζοντας ότι η «πολυπολιτισμικότητα απέτυχε» – μία άποψη που έχει εκφραστεί και από τον Σαρκοζί στη Γαλλία και τη Μέρκελ στη Γερμανία. Για τους φανατισμένους, αλλά και ανέργους που κατηγορούν τους μετανάστες για την απώλεια θέσεων εργασίας, η λέξη «πολυπολιτισμικότητα» σημαίνει την είσοδο αλλοδαπών διαφορετικών φυλετικών χαρακτηριστικών και θρησκειών στις χώρες τους, επιτρέποντάς τους να παντρεύονται χριστιανούς και λευκούς. Ο Μπρέιβικ πυροβόλησε δεκάδες νέων για να τους τιμωρήσει επειδή υποστήριζαν την «πολυπολιτισμικότητα».

Ο Κάμερον, ο Σαρκοζί και η Μέρκελ εννοούν με τη λέξη «πολυπολιτισμικότητα» ότι διαφορετικές κουλτούρες, θρησκείες και εθνικότητες υποχρεώνονται να ζουν χωριστά η μία από την άλλη, ως αποτέλεσμα της ανεργίας, η οποία οδηγεί διαφορετικές κοινότητες να αλληλεπιδρούν λιγότερο και όχι ως αποτέλεσμα της ανικανότητάς τους να ενσωματωθούν. Με τη λογική αυτή, αποτυγχάνουν στο να λάβουν υπόψη το γεγονός ότι παλαιότερα κύματα μετανάστευσης απαίτησαν χρόνο μέχρι να ενσωματωθούν, καθώς οι νέες γενεές έρχονταν σε όλο και περισσότερη επαφή με κουλτούρες και θρησκεύματα διαφορετικά αυτών των γονιών τους. Κάποιοι από τους ίδιους πολιτικούς, οι οποίοι μιλάνε για τα προβλήματα της «πολυπολιτισμικότητας» την έχουν ενδυναμώσει μέσω της υποστήριξης σχολείων με θρησκευτικό υπόβαθρο, τα οποία αναστέλλουν τη φυσιολογική πορεία της ενσωμάτωσης. Η ενθάρρυνση της ενσωμάτωσης μέσω της προσφοράς π.χ. ελεύθερων μαθημάτων Αγγλικών σε πολιτιστικά κέντρα και νυχτερινά σχολεία είναι κάτι θετικό, αλλά η ιδέα ότι οι άνθρωποι είναι «αναγκασμένοι» να ενσωματωθούν δεν είναι. Το ίδιο ισχύει για την επιβολή μίας έκδοσης του τι σημαίνει να είναι κανείς Βρετανός, ή Γάλλος, ή Γερμανός, σε όλους και η απαίτηση όλοι να την υιοθετήσουν.

Οι αληθινές απειλές για τη δημοκρατία – Μαζική ανεργία που έχει προκληθεί από νέο-φιλελεύθερες πολιτικές σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση των μεταναστών ως αποδιοπομπαίους τράγους – ακριβώς όπως συνέβη τη δεκαετία του ’30

Η πραγματική απειλή για τη δημοκρατία και τις Ευρωπαϊκές και εθνικές αξίες ανοχής προέρχεται από την ακροδεξιά και την προοδευτικά ισχυροποιούμενη πίστη στους μύθους που διαδίδονται. Περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης προκαλουν οι κεντρώες παρατάξεις, οι οποίες συχνά δίνουν αξία σε τέτοιους μύθους ανταγωνιζόμενες για τον τίτλο της «σκληρότερης μεταναστευτικής πολιτικής» και στοχοποιώντας τους Μουσουλμάνους ως υπεύθυνους για την Αλ Καΐντα.

Η απειλή αυτή γίνεται σοβαρότερη λόγω της μαζικής ανεργίας, τις περικοπές στην κοινωνική πρόνοια και τις πολιτικές λιτότητας που θυμίζουν τη δεκαετία του ’30 και απειλούν με μια δεύτερη ύφεση.

Όταν τα τελευταία εργοστάσια υφασμάτων στη Βόρεια Αγγλία έκλεισαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90, υπήρξε ξεσηκωμός στις πόλεις, όπου βρισκοταν και η παράταξη των βρετανών εθνικιστών (British National Party – BNP) η οποία πήρε περισσότερους ψήφους στις εκλογές. Μετά την πρόσφατη ύφεση, η BNP αύξησε και πάλι τους ψηφοφόρους της και απέκτησε και πάλι έδρες στη βουλή για πρώτη φορά στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Η κυβέρνηση του Σαρκοζί στη Γαλλία και του Μπερλουσκόνι στην Ιταλία έχουν επίσης αρχίσει να προωθούν σε μεγάλο βαθμό αντί-μεταναστευτικές πολιτικές, χρησιμοποιώντας την αντίστοιχη ρητορική, ενώ νέο-φασιστικές παρατάξεις, όπως η παράταξη «Μέλλον και Ελευθερία» του Φίνι στην Ιταλία, υπήρξαν μέλη κυβερνητικών συμμαχιών για το μεγαλύτερο μέρος της περιόδου από το 1994.

Η παρούσα άνοδος της ακροδεξιάς μπορεί να παραλληλιστεί με την άνοδο των Ναζί στη Γερμανία, κατά την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση (του ’30) σε ότι αφορά το ελεύθερο εμπόριο, τις μειωμένες παροχές κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και την ανεργία στο δημόσιο τομέα, η οποία προκαλεί περαιτέρω ανεργία γενικότερα, με μειονοτικές ομάδες και μετανάστες να αποτελούν τους αποδιοπομπαίους τράγους, οδηγώντας τελικά στην άνοδο της ακροδεξιάς.

undefinedΈχει αποδειχθεί ότι οι ψηφοφόροι της Ναζιστικής παράταξης στη Γερμανία αυξάνονταν και μειώνονταν μεταξύ του 1924 και του 1933, ανάλογα με τους αριθμούς των ανέργων (Bevan 1952 – κεφάλαιο 1, σημείωση Ι). Κατά τις εκλογές του 1928, οι άνεργοι έφταναν τους 1,3 εκατομμύρια και οι Ναζί πήραν μόνο 12 έδρες στο κοινοβούλιο, ενώ το 1932 που οι άνεργοι είχαν φτάσει τα 5,6 εκατομμύρια, οι Ναζί έγιναν η ισχυρότερη παράταξη με 230 έδρες.

Οι σημερινές πολιτικές λιτότητας στην Ευρώπη και η παρεμπόδιση από τους Ρεπουμπλικάνους να εδραιωθεί μία νέα συμφωνία για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και οικονομικής ανάπτυξης και πάλι διακινδυνεύουν όχι μόνο μία νέα ύφεση, αλλά και την άνοδο της ακροδεξιάς, ως αποτέλεσμα της υψηλής ανεργίας. Θα πρέπει να ασκήσουμε πίεση στις κυβερνήσεις μας να αλλάξουν πολιτικές, ώστε να μην επαναληφθούν τα λάθη του ’30.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου